Η ιστορικός τέχνης Ναταλία Μητσιώνη γράφει για την έκθεση:
"Ενδιάμεσοι Τόποι"
Σώματα αιωρούνται, κολυμπούν ή πετούν πάνω από γραφεία, μηχανήματα και αρχεία. Το πάτωμα γίνεται νερό, το έδαφος γίνεται καθρέφτης, ο ουρανός εμφανίζεται εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει οροφή, το σώμα χάνει το βάρος του. Η θάλασσα, τα πουλιά και ο ουρανός εισβάλλουν στον εργασιακό χώρο. Σκάλες υψώνονται στην επιφάνεια της θάλασσας χωρίς να οδηγούν πουθενά (;). Καρέκλες μένουν άδειες μέσα στο νερό, άνθρωποι εργάζονται ενώ πάνω από τα κεφάλια τους κολυμπούν δελφίνια. Playmobil κάνουν συνέλευση στην παραλία, μεγάλα γυαλιά μυωπίας κοσμούν την πλατεία της πόλης. Η πραγματικότητα δεν ακυρώνεται ακριβώς, εμφανίζει όμως μια ρωγμή.
Η έκθεση του Κωνσταντίνου Μάσσου ξεκινά από αυτή ακριβώς τη στιγμή της ρήξης, τη στιγμή που δημιουργείται ο ενδιάμεσος χώρος. Η απόδραση δεν αφορά στην έξοδο από έναν κλειστό χώρο, αλλά τη στιγμή που ο νους επινοεί μια διέξοδο από την ίδια την καθημερινότητα. Η έξοδος δεν είναι χωρική, είναι ψυχική. Τα έργα δεν αφηγούνται τη φυγή, αλλά τη συνθήκη του εγκλεισμού που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εμπειρία.
Οι χώροι των έργων είναι τόποι ψυχικοί. Πρόκειται για χώρους που δεν προϋπάρχουν, αλλά κατασκευάζονται τη στιγμή της ανάγκης. Γεννιούνται όταν η καθημερινότητα γίνεται ασφυκτική και το υποκείμενο επινοεί ένα «αλλού», όχι για να αποδράσει οριστικά, αλλά για να επιβιώσει. Οι ψυχικοί τόποι του Μάσσου είναι ρευστοί και προσωρινοί. Εμφανίζονται ως αντανακλάσεις στο νερό, ως ουρανοί που ανοίγουν απροσδόκητα, ως σώματα που βυθίζονται ή ανυψώνονται χωρίς σαφή προορισμό. Λειτουργούν ως ενδιάμεση ζώνη ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, ανάμεσα στην εγρήγορση και το όνειρο. Η παιδική μνήμη, το στοιχείο του παιχνιδιού, η παρουσία της φύσης ή της θάλασσας δεν εμφανίζονται ως νοσταλγικές εικόνες, αλλά ως ενεργά εργαλεία αναδιαπραγμάτευσης του παρόντος.
Ο Μάσσος δεν προτείνει λύσεις ούτε υπόσχεται λύτρωση. Η απόδραση που εικονίζεται στα έργα του είναι η παύση πριν την επιστροφή, το βλέμμα προς τον ορίζοντα, η επίγνωση ότι ακόμη και μέσα στον πιο αυστηρά δομημένο χώρο μπορεί να υπάρξει μια ρωγμή. Εκεί, για λίγο, ο χρόνος σταματά και ο άνθρωπος αναπνέει.